διαμορφοσκοπούμαι

διαμορφοσκοπούμαι
διαμορφοσκοποῡμαι (-έομαι) (Α)
συναγωνίζομαι με κάποιον στην ομορφιά.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”